Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

Ίσως να φταις



"Ίσως φταίνε τα φεγγάρια
ίσως πάλι φταις κι εσύ..."

Ίσως να φταις μα δεν θα στο πω.
Θα παίξω το χαρτί μου ως το τέλος.
Αυτό που εγώ μεγαλώνω κι εσύ το παρατηρείς.
Κι εσύ το παρατηρείς αλλά δεν βλέπεις.

Ίσως φταίω που δεν είμαι ό,τι ερωτεύτηκες
μα φταις που σε ό,τι κι αν αλλάζω σε ερωτεύομαι.

Ίσως φταίω που θέλω να μεγαλώνει κι ο έρωτας μαζί μου.
Να τον ωριμάζω με τη δική μου ωριμότητα όχι τη δική σου.
Σαν να τη δοκιμάζω...

Πάνω μας.

Ίσως φταίω που μεγαλώνω
αλλά φταις που αλλάζεις.

Ίσως φταίω που μεγαλώνω
αλλά φταις που βαριέσαι.

Ίσως φταίω που μεγαλώνω
γιατί μεγαλώνω ερήμην σου.

Ίσως φταίνε τα φεγγάρια
που μαζί σου κοίταξα.

Μα ίσως πάλι φταις κι εσύ
όσο μου έπρεπε πια έχω φταίξει.

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

Tonight's soundtrack I


Αν απόψε είχα τη δυνατότητα να κάνω μια εκπομπή μιας ώρας στο ραδιόφωνο.
Αν είχα τη δυνατότητα να φτιάξω το soundtrack μιας μικρής βραδιάς.
Αυτό θα ήταν...

1. Το βαλς της επιθυμίας - Νίκος Κυπουργός

2.Απ' τα κουμπάκια ανάμεσα - Χάρις Αλεξίου

3. Απουσίες - Τρίφωνο

4. Το παλάτι της καρδιάς σου - Ελευθερία Αρβανιτάκη

5. Πέρασμα - Αλκίνοος Ιωαννίδης, Σόνια Θεοδωρίδου

6. Hallelujah - Rufus Wainwright

7. Μέλισσες - Φωτεινή Βελετσιώτου

8. Μέχρι το τέλος - Νατάσα Μποφίλιου

9. Εγώ για δύο - Τάνια Τσανακλίδου

10.Ο βασιλιάς κι εγώ - Αφροδίτη Μάνου

11. In the sun - Joseph Arthur

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Χαρούλα...

«Θέλω κάποιος να με πάρει από το χέρι»
Του ΦΩΤΗ ΑΠΕΡΓΗ


Μελωδίες συνθετών από την Ελλάδα, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Αργεντινή και, βέβαια, δικές της συναντώνται στο καινούριο άλμπουμ της Χ. Αλεξίου «Η αγάπη θα σε βρει όπου και να 'σαι», που κυκλοφορεί αύριο. Κι όμως, όλα τα τραγούδια μοιάζουν σα να 'ναι γραμμένα από κείνη. Δεν είναι μόνο η φωνή της που τα σφραγίζει, είναι κι οι στίχοι της, τόσο εξομολογητικοί όσο ποτέ μετά την «Οδό Νεφέλης». Το χρειαζόταν προφανώς, έπειτα από τόσο καιρό που έζησε μονάχα με τον εαυτό της και τους πολύ δικούς της.




Παρούσα και στα βιβλιοπωλεία, μέσ' από το φροντισμένο λεύκωμα που υπογράφει ο Γιώργος Τσάμπρας (εκδ. Κ. Αδάμ Εκδοτική), ετοιμάζεται και για τις 15 συναυλίες που θα δώσει από τίς 23 Ιανουαρίου στο «Παλλάς». Προς το παρόν, όμως, παίρνει θέση στην αγαπημένη πολυθρόνα της, στο σπίτι της, πατώ το record και τη ρωτώ τι ενώνει τα τραγούδια της.


«Τα ενώνει ότι έχουν κάτι μεσογειακό, ανεξάρτητα από την εθνικότητα των συνθετών τους, τα ενώνει ακόμα ότι μεταφέρουν τις δικές μου εξομολογήσεις που σημειώνω πότε σ' ένα λογαριασμό της ΔΕΗ, πότε στην απόδειξη των διοδίων, πότε σ' ένα μπλοκ καθώς ακούω μουσική. Αρχισα να γράφω το "Μεγάλωσα" ενώ άκουγα ένα ηλεκτρικό σόλο του Αντώνη Μιτζέλου από τους Τερμίτες. Κάτι ξεκλείδωσε μέσα μου. Οταν ξαναδιάβασα τους στίχους, είπα, "μόνο με τα σκοτεινά μεγάλωσες; Δεν έζησες και φως;" Σκέφτηκα να γράψω κάτι και γι' αυτό, αλλά θα ήταν πολύ επιτηδευμένο. Αυτό το τραγούδι μού βγήκε. Ας μου κάνουν μήνυση!»


- Μεγαλώσατε, λέτε στο κομμάτι αυτό, «με αισθήματα χημείας, με στυλ δοσοληψίας/ με βλέμματα συμπάθειας και άσκοπης προσπάθειας/ να είμαστε καλοί». Τι εννοείτε;


«Εμένα η παρόρμηση, ο ενθουσιασμός, το πρώτο βλέμμα μ' έναν άνθρωπο με κατεύθυναν πολύ στη ζωή μου. Κι έτσι δημιουργούνταν προβλήματα μετά, γιατί η χημεία τελειώνει γρήγορα. Επίσης, η δουλειά μου χρειάστηκε πολλή δοσοληψία. Ο,τι φτιάχνω έχει πολλή ψυχή και έκθεση. Και πολλές φορές ένιωσα ότι, από τη στιγμή που μετά αυτό το πουλάω, μπορεί να ξεπουλάω αγαθά της ψυχής μου. Οσο για τις προσπάθειες να είμαστε καλοί, όλοι πρέπει να αναλογιστούμε πόσα κάνουμε προκειμένου να μας αγαπούν οι άλλοι, και πως έτσι ξεχνάμε τον αληθινό μας εαυτό».


- Εσείς είστε πολύ διαφορετική από αυτό που μας έχετε δείξει;


«Είμαι λιγότερο δυναμική, λιγότερο εργατική, είμαι ένας ράθυμος άνθρωπος στη ουσία, κι όμως δουλεύω πολύ, παίρνω αποφάσεις, κατευθύνω -όχι, ψέματα: φροντίζω- τις ζωές άλλων ανθρώπων. Μου λείπει όμως πια κάποιος να με πάρει απ' το χέρι και να με οδηγήσει κάπου ή απλώς να μου κάνει παρέα, χωρίς αυτό να πρέπει να γίνει ένα συναισθηματικό έπος».


- Στις σχέσεις σας εσείς ήσαστε εκείνη που έπαιρνε πάντοτε τις αποφάσεις;


«Ναι. Παρ' όλο που πολλές φορές φαινόταν το αντίθετο, εγώ έπαιρνα τις αποφάσεις».


- Σ' ένα άλλο τραγούδι, πάντως, το «Ο άνθρωπός μου», δεν προσδοκάτε μόνο συντροφιά αλλά και ντομπροσύνη.


«Ετσι βγαίνει, ε; Δεν θα ήθελα να φανεί σα να κάνω κριτική στις βιωμένες μου σχέσεις. Αν μπορούσα να τα ζήσω όλα απ' την αρχή, θα 'θελα να ζήσω μια σχέση με την αθωότητα της εφηβείας. Οπου δεν υπάρχουν ψυχικά χρέη, κανείς δεν στέκει πάνω απ' τον άλλον, κανείς δεν πασχίζει ν' αποδείξει κάτι. Αλλά ξέρω ότι αυτό δεν γίνεται πια. Κι έπειτα, δεν νομίζω ότι έχω ακόμα κάτι να δώσω. Αισθάνομαι ότι έχω αγαπήσει πολύ δυνατά και μεγάλο κομμάτι του εαυτού μου ανήκει στις προηγούμενες σχέσεις μου. Μπορώ να έχω φίλους, να γελάω, να δακρύζω, αλλά να μην είμαι ερωτευμένη. Η ζωή, βέβαια, είναι τόσο απρόβλεπτη, ποτέ δεν ξέρεις τι θα συμβεί. Και μ' αρέσει που κρατώ μέσα μου κάτι ιδεατό».


«Οταν ερωτεύομαι, δεν γράφω»


- Τα καλύτερα τραγούδια σας τα γράψατε ερωτευμένη ή λογική;


«Λογική. Οταν ζεις τον έρωτα... έχεις άλλα πράγματα να κάνεις. Δεν χρειάζεται να γράφεις τραγούδια. Απλώς ζεις! Γίνεσαι ευάλωτος, χάνεις τον έλεγχο, πας χωρίς τιμόνι, όμως γι' αυτό είναι ο έρωτας ωραίος».


- Στο «Μεγάλωσα» μιλάτε ακόμα για μια «εφηβεία λάσπη, στο σιχαμένο άστυ», που σας οδήγησε να γίνετε «ενήλικας, μετά νευρωτικός». Είχα την εντύπωση ότι, παρ' όλες τις στερήσεις, μεγαλώσατε σαν ένα υγιές λαϊκό κορίτσι.


«Είχαμε αγάπη. Είχαμε όμως και ταλαιπωρίες. Εχασα τον πατέρα μου πολύ μικρή, αφήσαμε το οικογενειακό μας σπίτι στη Θήβα και ήρθαμε σε μια πόλη που μας συνέθλιβε. Από 13 χρονώ έπρεπε να φροντίζω το σπίτι μου, τη μάνα μου - ο αδελφός μου, πιτσιρικάς κι αυτός, έλειπε στα καράβια. Επρεπε να πολεμήσουμε μόνα μας. Δεν νιώσαμε ότι είχαμε την υποστήριξη των γονιών μας. Κι όταν δεν το 'χεις αυτό, μια ζωή θα σου χρωστιέται. Οταν, λοιπόν, στην ωριμότητά σου πια, διαβάσεις δέκα βιβλία και κάνεις το "λάθος" ν' ασχοληθείς με την ψυχανάλυση, κατανοείς μερικά πράγματα που σ' εμποδίζουν να νιώθεις καλύτερα. Και γι' αυτό κάποτε αποζητάς κάποιον να σε πάρει απ' το χέρι».


- Παλιά, χρειάστηκε να γράψετε τον «Αρχηγό», ένα τραγούδι σαν δήλωση ανεξαρτησίας. Και τώρα αυτά που μοιάζουν με δήλωση... - δεν ξέρω, πώς θα τα χαρακτηρίζατε εσείς;


«Δήλωση ανάγκης συντροφικότητας. Τη μεγαλύτερη χαρά, την επιτυχία, αν δεν την μοιράζεσαι, είναι άχαρη. Ευτυχώς, έχω φίλους, όμως είναι πάντα στη φύση μου ως γυναίκας, να έχω ένα ζητούμενο».


- Πιστεύετε ότι οι άντρες έχουν διαφορετικές ανάγκες από τις γυναίκες;


«Οχι. Τις ίδιες έχουν. Και τους συμπονώ περισσότερο γιατί έχουν όλο το βάρος ν' αποδείξουν πολύ περισσότερα από μας».


- Τα στερεότυπα της αριστεράς και του εντέχνου που κάποτε υπηρετούσατε μαζί με τους άλλους καλούς τραγουδιστές μας συνέβαλαν σ' αυτή τη νεύρωση για την οποία τραγουδάτε;


«Εχω κι εγώ αναρωτηθεί. Υπήρχε μια καταπιεστική πλευρά. Δεν έβαφα τα νύχια μου κόκκινα, αν και το ήθελα. Ηθελα ακόμα να βγω μ' ένα κολλητό κόκκινο φόρεμα με παγέτα. Τρέχαν τα σάλια μου όταν το έβλεπα, αλλά δεν το επέτρεπα στον εαυτό μου. Ομως δεν κατηγορώ το έντεχνο γι' αυτό. Εκεί βρισκόταν η περιπέτεια, το ψάξιμο, η σκέψη που δεν υπήρχε μες στην οικογένειά μου. Ζούσα σ' ένα λούμπεν περιβάλλον κι εμένα κάτι με οδηγούσε κάπου αλλού. Αν δεν είχα διδαχθεί στο έντεχνο, ίσως να μην μπορούσα σήμερα να περάσω μια πολύτιμη ώρα απολαμβάνοντας ένα βιβλίο».


- Χρειάστηκε να περάσετε από μια διεργασία για να τα παραδέχεστε όλ' αυτά δημόσια;


«Εχω μελετήσει αρκετά τον εαυτό μου. Εχω διαβάσει πολύ. Κι έχω συμμετάσχει σε ομάδα ψυχανάλυσης - αυτογνωσίας θα έλεγα καλύτερα... Είμαι, άλλωστε, ένας άνθρωπος που δεν αφήνει να τον καπελώσει κάποιος. Δε γίνομαι θύμα ούτε ενός κόμματος, ούτε μιας κατάστασης. Και διατηρώ το δικαίωμα να τα ανατρέψω όλα».


- Στην ομάδα αυτή δεν νιώθατε ότι οι άλλοι μπορεί να σας βλέπουν ως Αλεξίου;


«Ναι, αλλά αυτή είναι η μαγκιά. Αυτό που χρειαζόμαστε περισσότερο εμείς οι επώνυμοι είναι να μάθουμε να μην υποτιμάμε τους άλλους που έχουν το ίδιο πρόβλημα μ' εμάς, είτε είναι ο φόβος της απόρριψης, είτε η αρρώστια. Εγώ έπαθα καρκίνο. Το λέω πρώτη φορά δημόσια. Σας παρακαλώ να φροντίσετε ν' ακουστεί λίγο... ποιητικά. Από αυτό έχασα και τη μητέρα μου. Αλλά δεν πίστευα ότι θα το πάθω κι εγώ. Ποιος το πιστεύει... Οταν, λοιπόν, χάνεις το έδαφος κάτω από τα πόδια σου, βλέπεις ότι είσαι κι εσύ μια καρδούλα που έχει ανάγκη από φροντίδα. Αν, όμως, έχεις τον τίτλο του δυνατού... Σκεφτείτε πως όταν χειρουργήθηκα στο μαστό, καταδέχτηκα μόνο να αναβάλω την πρεμιέρα μου για μία βδομάδα. Το μόνο που ήθελα εκείνη τη στιγμή ήταν να με πάρουν αγκαλιά και να πενθήσω. Αλλά είπα "όχι! Δεν θα το αφήσω αυτό να με νικήσει, θα του δείξω εγώ!" Πόσους τέτοιους βιασμούς δεν έχουμε κάνει στον εαυτό μας... Τότε λοιπόν ένιωσα και την ανάγκη να μπω σε μια ομάδα. Και με βοήθησε πολύ. Είναι εξαιρετικά λυτρωτική η στιγμή που ζητάς βοήθεια. Τότε αρχίζεις να μαλακώνεις, όταν λες "φτάνει πια το smile, φτάνει το πάμε παρακάτω". Ε, δεν πάμε παρακάτω αν δεν πενθήσουμε πρώτα για ό,τι έχουμε χάσει. Ευτυχώς, δεν είχα σοβαρές συνέπειες, όπως άλλοι. Κι έτσι μου έμεινε το δώρο της αυτογνωσίας».


- Και σας είναι εύκολη αυτή η στάση σήμερα που στην ελληνική κοινωνία επιβάλλεται το «smile» πάνω απ' όλα;


«Δεν ξέρω πια τι είναι ελληνικό. Βλέπω ότι με το ζόρι κάποιες περιοχές της Ελλάδας προσπαθούν να κρατήσουν ένα χαρακτήρα. Αλλά εγώ δεν θέλω να βρίσκω την ελληνικότητα μόνο κάπου στην Κρήτη ή στην Αλεξανδρούπολη. Θέλω να επιβιώνει στην καθημερινότητά μου. Εχει δημιουργηθεί ένα τέρας που περνά στο συναίσθημα, τη σκέψη και τη συμπεριφορά μας. Κάνει να πω σ' αγαπώ ή θ' ακουστεί ντεμοντέ; Εδώ, έχουμε αρχίσει να μην ακούμε κανονικά τ' όνομά μας. Σε λένε "κοριτσάκι, τζουτζούκα, Λουλού" και δεν μπορούν να πουν "καλημέρα, Χαρούλα!" Ξέρετε πόσο σπουδαίο είναι να μπορείς να μιλήσεις στον κολλητό σου με το κανονικό του όνομα και να μη χρειάζεται να το παραλλάξεις; Μ' αρέσει πολύ που με λέει ο γιος μου, ο Μάνος, μητέρα. Με λέει και μαμά, αλλά προτιμώ το μητέρα».


- Πιστεύετε ότι έχουμε απομακρυνθεί απ' ό,τι ήμασταν...


«Εκφυλισμός λέγεται. Μη λυπάστε τις λέξεις».


- Οι στίχοι σας δείχνουν ότι δεν νιώθετε αλώβητη από αυτόν. «Σύνδεση otenet,/ γλυκά απ' το Palette,/ μετά στα Silhouette/ Σκεπάζουμε τους πόνους με φαΐ/ Τα όνειρα σε σύνθλιψη, αργότερα η κατάθλιψη».


«Γιατί εγώ δεν είμαι άνθρωπος, δεν έχω αδυναμίες; Δεν έπαιξα κι εγώ το παιχνίδι της επιτυχίας;».


- Παλιότερα, μάλιστα, είχατε και την εξουσία που σας έδιναν η αριστερά και το έντεχνο ως αντίδωρο για την καταπίεση που σας επέβαλλαν. Οταν άλλαξαν οι εποχές και κυριάρχησε το λάιφσταϊλ, τη χάσατε αυτή την εξουσία. Σάς κλόνισε αυτό;


«Οχι, γιατί ο έντεχνος είναι τόσο καβαλημένος, που δεν σκέφτεται ποτέ ότι μπορεί να χάσει την εξουσία του. Ακόμα και στην αποτυχία του, θέλει να πιστεύει ότι τα τραγούδια του δεν ήταν για τους πολλούς, αυτός για τρεις ανθρώπους τα είπε. Υπάρχει πολύ κόμπλεξ στο χώρο μας. Και αν δεν αναγνωρίσουμε ότι πολλοί από αυτούς που έρχονται να μας ακούσουν, χθες διασκέδαζαν μ' αυτούς που θεωρούμε τελείως αντίθετους, δεν θα επιβιώσουμε».


«Ο,τι έχω γράψει σας το έχω τραγουδήσει»


- Ανάμεσα σε άλλα τραγουδάτε «μεγάλωσα θα πει - να κάνεις το παπί/ Να πολεμάς στον καναπέ/ να μην μπορείς χωρίς φραπέ». Υπάρχει κάτι για το οποίο θα βγαίνατε σήμερα στο δρόμο;


«Πολλά! Από τα χαλασμένα πεζοδρόμια ώς τις συντάξεις της ντροπής που παίρνουν χιλιάδες άνθρωποι. Αλλά δεν βγαίνω...»


- Ας τελειώσουμε με το «Μυστικό». Οπου μια γυναίκα «εξομολογείται» στον σύντροφό της, την ώρα που εκείνος κοιμάται, ότι πήγε με άλλον.


«Είδα μια ταινία, όπου μια γυναίκα διώχνει τον εραστή της όταν αποφυλακίζεται ο άντρας της. Και διάβασα ένα καταπληκτικό βιβλίο, την "Πέτρα της υπομονής". Αυτά μαζί γέννησαν αυτό το τραγούδι. Νομίζω όμως ότι μιλά για κάτι που έχει συμβεί στο 99% των ανθρώπων. Το 1%... είμαι εγώ».


- Εχετε γράψει εξομολογητικούς στίχους που προτιμήσατε να μη δημοσιοποιήσετε;


«Οχι. Ο,τι έχω γράψει σας το έχω τραγουδήσει. Βέβαια, έχω ζήσει πράγματα που δεν θα τα έλεγα ποτέ. Τα κρατάω τα μυστικά μου. Και τα αγαπάω».


«Μπορούμε να τελειώσουμε έτσι» της λέω και, βλέποντας πως συμφωνεί, κλείνω το κασετόφωνο.


«Δεν ήμουν και πολύ τσούλα στη ζωή μου έτσι κι αλλιώς» λέει χαμογελώντας, καθώς σηκώνεται από την πολυθρόνα.


- Να το γράψω αυτό;


«Να τα γράψετε όλα».*

Πηγή: Ελευθεροτυπία, Επτά, Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009  

Δεν θα μ'ακούσεις ποτέ να μιλάω για εκείνη και να στάζω μέλι.

Θα με δεις να στην αναφέρω πάντα δεύτερη.

Αν κοιτάξεις τα τραγούδια στον υπολογιστή μου δεν θα τη βρεις.

Αν κοιτάξεις τη δισκοθήκη μου θα τη δεις. Με ταλαιπωρημένα, χιλιοπαιγμένα cdακια, με σπασμένα κουτιά, με φθαρμένα βιβλιάρακια, που τα μαζεύω χρόνια.

Θα με δεις να τρέχω σε συναυλίες και στις δικές της να μένω στην προσπάθεια. Στο "θέλω να πάω στη Χαρούλα". Και να καταλήγω "ήθελα να πάω στη Χαρούλα".

Θα με δεις να μπαίνω σε δισκοπωλεία και να κοιτάω τους δίσκους της, να μετράω τι μου λείπει, να μετράω της πενταροδεκάρες μου και να λέω "άλλη φορά".

Ομώς θα είναι η πρώτη βαθιά επαφή μου με το συναίσθημα της μουσικής. Θα είναι πάντα η απόλυτη ταύτιση μου. Είναι η φωνή που εκφράζει το βαρύ εγώ μου.
 
Στην ανάγκη μου την ακούω πάντα. Που δεν το λυπάται το συναίσθημα, δεν το φοβάται. Πέφτει, βουτάει. Δεν κρατιέται πίσω.

Είναι βαριές οι λέξεις που τραγουδά. Πέφτουν και κάνουν κρότο.

Δεν είναι θεωρία η Χαρούλα. Δεν είναι μελέτη.

Αν δεν ξέρεις να ακουμπάς, δεν την καταλαβαίνεις.

Η Χαρούλα θα είναι πάντα να το ξέρεις... το συναίσθημα που πιο πολύ απ' όλα ένιωσες.

Είναι αίσθηση η Χαρούλα, δεν είναι σκέψη.



Αυτό το τραγούδι το άκουγα μανιωδώς στη δευτέρα γυμνασίου.

Το τραγούδι της ημέρας είναι όποια Χαρούλα αγαπάς...

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009

Η θάλασσα της καθημερινότητάς μου

Δεν εκτιμώ συχνά το γεγονός πως ζω δίπλα στη θάλασσα.
Πάντα γκρίνιαζα για το μέρος που μεγάλωσα. 'Ηθελα να ζω στην πόλη, στο κέντρο, στον κόσμο, στα φώτα.

Πόσο μ' αρέσουν τα φώτα τη νύχτα! 'Ισως αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό που μου αρέσει... τα φώτα τη νύχτα.

Ήθελα λοιπόν φώτα, κόσμο, το κέντρο του πολιτισμού στα πόδια μου. Τη λατρεμένη μου Αθήνα, που άλλη πόλη σαν κι αυτή δεν αγαπώ.

Δεν εκτιμούσα λοιπόν και δεν εκτιμώ συχνά ότι ζω δίπλα στη θάλασσα. Ότι έξω απ' το παράθυρό μου δεν άκουσα ποτέ αυτοκίνητο και δεν ανάσανα ποτέ καυσαέριο. Δεν το εκτίμησα.

Πρωινά όμως όπως το σημερινό, όπως συνήθως αυτά της Δευτέρας, ευχαριστιέμαι τον τόπο διαμονής μου.


Πρωινά φθινοπωρινά σαν κι αυτό, που ο κόσμος έχει φύγει πια, έχουμε μείνει οι "μόνιμοι". Είμαστε κύριοι των δρόμων μας και της φύσης μας.
Πρωινά φθινοπωρινά ή χειμερινά η Λούτσα και το Πόρτο Ράφτη είναι άλλες πόλεις. Η θάλασσα μυρίζει έντονα από το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου.

Η μυρωδιά της θάλασσας το χειμώνα εδώ, διαφέρει από το καλοκαίρι.
Το καλοκαίρι μυρίζει αντιλιακό.
Ενώ το χειμώνα αρμύρα. 'Αγρια αρμύρα.

Το χειμώνα εδώ η θάλασσα είναι δυνατή, όχι το καλοκαίρι. Φυσάει, βρέχει κι εκείνη αγριεύει και βγαίνει και σε πλημμυρίζει, ξυπνάει αρχαίους χειμάρρους και γεμίζει λίμνες της αρχαιότητας και είναι μαγική κι ατίθαση. Κι αν ζεις εδώ, ζεις γι' αυτό.


Και πρωινά σαν κι αυτό που ξυπνάω και διασχίζω παραλιάκα όλη τη Βραυρώνα ως το Πόρτο Ράφτη, είναι ήσυχη, μοναχική, ήρεμη... μυρίζει...

μυρίζει... το μέσα της.

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

"Πού είναι το φως μου το αληθινό;"

Σάββατο βράδυ και το είχα ανάγκη να είναι αλλιώς.
Να με εκπλήξει εκείνο αφού δεν με εκπλήσσω εγώ τον εαυτό μου.

Πού πάει η φύση μας αν τον προορισμό της δεν έχει εκπληρώσει στο τέλος;

Σάββατο βράδυ και θα ήθελα να είναι πολλά. Να έχει βόλτα, να έχει θέατρο, φαγητό, περπάτημα, έναν άνθρωπο, έρωτα, συντροφιά.

Να μην έχει σκέψη.
Να λείπει η μοναξιά.

Σάββατο βράδυ και θα ήθελα να μην ξημερώσει την Κυριακή.

Που πάει η αδιαχείρηστη μοναξιά όταν ονειρευόμαστε μιαν άλλη ζωή;

Σάββατο βράδυ και θα ήθελα να έχει κόσμο, ανθρώπους, λόγια, εικόνες.

Θα 'θελα να έχει την προσμονή του ωραίου.

Σάββατο βράδυ και δεν θα ήθελα να ονειρεύομαι να βιώσω τη μοναξιά της Δευτέρας που είναι η αγαπημένη μου. Κι ύστερα να ονειρεύομαι τη μοναξιά της Τρίτης που ειναι ατίθαση. Κι έπειτα να τρομάζω την μοναξιά της Τετάρτης που ήδη μετράει δύο πίσω της και δυο μπροστά της.

Πού πάει η προσφορά μιας ολόκληρης ζωής όταν δεν πάρθηκε ποτέ;

Είναι χειρότερα μια ψυχή που δεν πάρθηκε ή ένα σώμα;

Είναι Σάββατο βράδυ κι αερολογώ, μοιζεριάζω και αποδεικνύω το βαρετό μου χαρακτήρα.

Είναι Σάββατο βράδυ και εξερευνώ την Αφροδίτη Μάνου.
Αυτό θα κάνω απόψε.
Θα εξερευνώ την Αφροδίτη Μάνου.
Είναι γενναιώδορη η ομορφιά της. Είναι συντροφική, προσωπική, τελεσίδικη, όμορφη. Είναι όμορφο να την κοιτάς την ομορφιά αν δεν την έχεις.

"Πού πας καραβάκι με τέτοιον καιρό;"

 Πού πάει το εγώ μας αν δεν έχει άλλο χώρο μέσα μας;




Κι αυτό το τραγούδι της μέρας.

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

Kiwi



Με κάθε κόστος...;

Φτου ξελευθερία!

Τώρα θα γράψω...

Τώρα που έχω πιει κρασί... που είμαι ζαλισμένη, που οι λέξεις ορμητικά θέλουν να βγουν αλλά σκοντάφτουν και πέφτουν.
Τώρα που όλα είναι έντονα... που η υπερβολή τους είναι πλασματική.
Τώρα που τα μάτια μου κλείνουν μα το σώμα μου ζητά.

Φτου ξελευθερία. Φτου ξελευθερία φωνάζω δυνατά όπως τότε που κάναμε παιδιά και ελευθερώναμε όλους τους άτυχους φίλους μας που δεν ήξεραν να κρύβονται. Αλλά που εμείς αριστεύαμε σ' αυτό. Στην κρυψώνα. Τέτοια ταλέντα δεν χάνονται. Ξέρω να κρύβομαι ακόμα.

Μα τώρα.
Σήμερα.
Φτου ξελευθερία από τα πραγματοποιημένα όνειρα.
Φτου ξελευθερία από τις αδυναμίες μας.
Φτου ξελευθερία από την ικανοποίηση.
Φτου ξελευθερία από το μόνο πράγμα που γεμίζει τη ρηχή υπαρξή μου.
Φτου ξελευθερία και σιχτίρι τα τιμήματα.

Αγαπούσα πάντα τόσο πολύ να παίζω θέατρο. Να ανεβαίνω στη σκηνή και μόνο εκεί να μη με σταματά η ατέλειά μου. Μόνο εκεί έκανα πως δεν βλέπω τη μετριοτητά μου.  Όμως απόψε, μετά από ακόμη μία πρεμιέρα, φωνάζω φτου ξελευθερία.

Τέλος.



Κι αυτό το τραγούδι της μέρας.

Το ξανάκουσα σήμερα μετά από καμιά δεκαριά χρόνια. Στα 16 μου το αφιέρωνα σε ένα πρόσωπο.
10 χρονιά μετά ξέρω...
Μοίρα μου έγινες και πού θα βγω...