Πέμπτη, 24 Ιουνίου 2010

Είμαι ελαττωματική πια

Τι αγνό συναίσθημα. Καθαρό, φλεγόμενο. Βαθύς τραμπουκισμός. Το χέρι μου σχηματίζει τη γροθιά.
Θα κρατηθώ;

Δεν είναι πρέπον. Δεν είναι ορθός ο τραμπουκισμός.

Όμως τόσο αναγκαίος.

Είναι φορές που πρέπει. Πρέπει να ακούγεσαι. Όπως πρέπει να ανασαίνεις. Όπως πρέπει να τρως, να πίνεις νερό.
Έτσι πρέπει να ακούγεσαι. Είναι βαθιά βιοτικό. Δεν είναι καπρίτσιο.

Πρέπει να ακούγεσαι, να λαμβάνεσαι υπόψη. Ότι καταλαβαίνεις και βλέπεις κι έχεις κάτι να πεις.

Γιατί βλέπω, γιατί νιώθω τον αέρα να περνάει απ' το κενό που μένει.

Γιατί πάει καιρός που έκοψα την πιπίλα. Κι αυτή μια απόσταση μου την έκοψε.

Γιατί διακρίνω και κρίνω. Γιατί ξέρω την ηχώ του κενού.

Γιατί η μοναξιά αυτή βγαίνει σε μεγάλα νούμερα και πάντα μου κάνει.

Επομένως αν δεν με ακούς, αν δεν μπορείς να με ακούσεις, άσε με να φύγω.

Γιατί ήξερες πως σιχαίνομαι τις αποστάσεις. Πως καπρίτσια τις θεωρούσα πάντα αλαζονικών συμπεριφορών.

Γιατί το "ή κι οι δυο μας ή κανείς" εγώ πάντα το εννοούσα.

Επομένως αν δεν σε νοιάζω, αν θες να μου κλείνεις το στόμα, άσε με... άσε με...

Γιατί όσο κι αν δεν ξέρω να σκεφτώ και έξυπνα να υπάρξω, γεννήθηκα κι εγώ με φωνή και δεν αντέχω να μην τη βγάζω.

Γιατί έχω σπαστεί πολύ για να μη σπάσω, κι άλλες ελευθερίες δεν μου άφησα...

Επομένως άσε με... άσε με είμαι ελαττωματική πια και δεν σου κάνω.

Τρίτη, 22 Ιουνίου 2010

ΠΑΝ-ΚΛΑΜΑ

Τι συμβαίνει;
Και τι προαιώνια έχθρα το χωρίζει
από αυτό που δεν συμβαίνει;
Ασφυκτικά άδειο το ακροατήριο.
Κανείς δεν θ' απαντήσει;

Ετοιμάζω μεγάλο ταξίδι.
Με τις ίδιες κινήσεις που κάνει κανείς
όταν μένει.
Στη βαθιά μακρινή αλλαγή μου πηγαίνω.

Τι συμβαίνει;
Ποιος φόβος κλαίει
κι είν' έτσι γλιστερό ό,τι αλλάζει;
Είχα τόσα ζευγάρια μάτια
για μακριά για κοντά
για μέσα για έξω
για έτσι γι' αλλιώς
για τούτο για κείνο
για ψηλά για χαμηλά
για τις εκλείψεις των προσώπων
τη χάση τη φέξη γενικά των φαινομένων,
τόσα ζευγάρια μάτια 
και ποια ωριμότητα κλεπτομανής τα πήρε
αφήνοντάς μου μόνο ένα ζευγάρι
να βλέπω τι μου κλέβεται.
Ετοιμάζουν μεγάλο αμφορέα οι στάχτες.

Ετοιμάζω μεγάλο ταξίδι.
Με τις ίδιες κινήσεις που κάνει κανείς
όταν μένει.
Στη βαθιά μακρινή αλλαγή μου πηγαίνω.

Τι συμβαίνει;
Ποια νεκρή στάση ζωής 
τιμούν τόσες ομοβροντίες σιωπών;
Τα μάτια ποιου Τελειωμένου έχουν κλάψει
κι είν' έτσι γλιστερό ό,τι αλλάζει;
Ποιο Τέλος άντεξε
κατάμουτρα να πει στην Αρχή δεν σε γνωρίζω;
Ετοιμάζουν μεγάλο αμφορέα οι στάχτες.

Ετοιμάζω μεγάλο ταξίδι.
Με τις ίδιες κινήσεις που κάνει κανείς
όταν μένει,
όπως μένει κανείς με τις ίδιες κινήσεις
που κάνει όταν φεύγει.
Στη βαθιά μακρινή αλλαγή μου πηγαίνω.
 Τι συμβαίνει;
Μια καθυστέρηση ερωτεύθηκε το Έγκαιρο
κι εκείνο την απόδιωξε:
άσε με ήσυχο παλιόγρια
Βρωμόπαιδο Έγκαιρο, μαμόθρεφτε Χρόνε.

Θα προφτάσω να φτάσω 
έγκαιρα στη μακρινή αλλαγή μου;
Ποιος φόβος κλαίει
κι είναι το πόσο απέχω και πού πάω
βρεμένα ως το κόκαλο;
Κι όταν φτάσω εκεί
πόσα θα χρειαστεί να πεθάνουν,
τι ομοβροντίες τιμητικές σιωπών 
κι άλλες θα ξανακούσω
και πόσο θα μου μέλλεται
πάλι να ξεκινάω
διαρκώς να ταξιδεύω
σε όλο και βαθύτερη
και μακρινότερη αλλαγή μου;

Τελείωσα.
Βγάζω το μοναδικό ζευγάρι μάτια που έχω
και υποκλίνομαι.
Το ασφυκτικά άδειο ακροατήριο κλαίει.
Τι παν-κλαμα!


Κική Δημουλά
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΟΥ ΣΩΜΑ (1981) 

Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010

Κάθε τι ΜΙΑ φορά μόνο, ΜΙΑ φορά μόνο. ΜΙΑ φορά και ποτέ πια. 
Κι εμείς ΜΙΑ φορά μόνο. Δεύτερη ποτέ! Μα τούτη
η ΜΙΑ φορά για να 'χει υπάρξει, και ΜΙΑ φορά μόνο 
γήινη για να 'χει υπάρξει, δεν είναι κάτι που παίρνεται πίσω.

R. M. RILKE 

Εγώ είμαι θύτης

Έχει πλάκα το κεφάλι μου έτσι ζαλισμένο. Αν είχα δύναμη θα γελούσα δυνατά μαζί μου.
Αν άντεχα θα γελούσα τρανταχτά έτσι που είμαι. Πιωμένη όσο ποτέ, ζαλισμένη, θλιμμένη.

Αχ θέλω τόσο να γελάσω. Να με γελάσω. Να γελάσω μαζί μου.

"Δεν είσαι άνθρωπος εσύ". Δεν είμαι. Πρέπει να πάψω να τους ξεγελώ.

Θέλω τόσο να γελάσω.

Που πιο πολύ πάντα ο εαυτός σου σε προδίδει.

Θέλω να γελάσω.

Που δεν έμαθα να αγγίζω ψυχές με ευγένεια.

Θέλω να γελάσω τόσο μαζί μου που ψάχνω ένα τραγούδι για να εκφράσει τη μέρα και δεν υπάρχει.

Φυσικά.
Ποιος θα γράψει ότι πλήγωσε; Ποιος θα τραγουδήσει ότι έκανε λάθος; Ποιος θα φανεί θύτης;

Είναι τόσο συμπαθητικό να είσαι θύμα.

Εγώ όμως είμαι θύτης. Πάντα ήμουν μάλλον.

Χτυπάω και φεύγω. Ποιος θα μου γράψει ένα τραγούδι;

Εγώ πληγώνω και απογοητεύω και φορτώνω.

Ποιος θα το κάνει τραγούδι;

Να, το λέω δεν ντρέπομαι.

Κάν' το τραγούδι κι η ευθύνη δικιά μου.

Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2010

Μια ακόμη χάρη, σύμπαν μου

Θα 'θελα απόψε να γίνω ξανά ηθοποιός. Θα 'θελα να πάω στην πρόβα μου.
Πώς έδιωξα αυτό και κάλεσα ανθρώπους; Και τώρα πάει κι αυτό πάνε κι οι άνθρωποι.

Θα 'θελα να γίνω ξανά ηθοποιός απόψε. Έστω ένα μικρό ρολάκι. Ν' ανέβω στη σκηνή και να πω τα λόγια μου. Να μου πει ο σκηνοθέτης εδώ πρέπει να πας λίγο δεξιά. Κι εγώ να πάω, αδιαμαρτύρητα όπως πάντα. Θα πάω δεξιά και θα είναι μόνο αυτό.
Θέλω να πω τα λόγια μου κι ο σκηνοθέτης να μου πει εδώ πες τα αργά κι εδώ γέλα. Κι εγώ να το κάνω. Να τα πω αργά και να γελάσω. Και θα είμαι αυθεντική. Γιατί τι έχω να κάνω; Να πω τα λόγια μου, να πάω δεξιά, να τα πω αργά και να γελάσω.
Και να, τα κάνω όλα.

Δεν δοκιμάζω να ζήσω φυσιολογικά, σύμπαν μου, αν δεν θες.
Γύρνα με στο θέατρο, αν δεν αξίζω ανθρώπους. Γύρνα με στο θέατρο μου.

Θα 'θελα απόψε να ήμουν πάλι ηθοποιός, και τώρα εσύ το διαβάζεις και γελάς ή θυμώνεις. Γιατί η λέξη ηθοποιός τόσο βαριά με ευθύνες είναι χρεωμένη από αιώνες. Νομίζεις ότι θέλω να επιστρέψω στην δεύτερη φύση μου, στο ψέμα.
Αν δεν είσαι ηθοποιός, δεν ξέρεις πως ψέμα θεωρείς εσύ αυτό που βλέπεις, όχι εγώ αυτό που βιώνω. Σε συγχωρώ.
Θέλω να πω τα λόγια μου και τότε ο σκηνοθέτης να μου πει, "νιώσε αυτό που λες".

Νιώσε αυτό που λες. Κι εγώ ανακουφισμένη να αναλυθώ σε λυγμούς. Γιατί είμαι ηθοποιός και ξέρω να νιώθω.

Ξέρω να νιώθω, σύμπαν μου. Και χαρά και λύπη. Και κλαίω και γελάω. Αν μου πεις να πω σ' αγαπώ, θα αγαπήσω. Αν μου πεις να θυμώσω, θα εκνευριστώ βαθιά. Και μισώ, και λυπάμαι, και πονώ. Όλα βαριά, ουσιαστικά.

Ξέρω να νιώθω.

Αν δεν τα κατάφερα όμως, σύμπαν μου, στην πραγματική ζωή, γύρνα με στο θέατρο μου.
Μη μ' αφήσεις να τριγυρνώ άσκοπα.

Στο θέατρο μου γύρνα με, αν εκεί μου πρέπει να 'μαι.




Τραγούδι μέρας ολόκληρης.

Κυριακή, 6 Ιουνίου 2010

Μπορούμε να φύγουμε αύριο;

Μπορούμε να φύγουμε αύριο;

Αν μ' έβλεπες, θα έβλεπες ότι με δάκρυα στα μάτια στο ζητάω.
Αυτό, ναι, στο ζητάω.

Μπορούμε να φύγουμε αύριο; Να με πάρεις και να εξαφανιστούμε αύριο.
Εγώ γι' αντάλλαγμα σου υπόσχομαι πως πιστή στη συμφωνία μας θα μείνω. Διακριτική, εχθρός των δεσμεύσεων και με την ελευθερία ή αν θες την απελευθέρωση που μου προσφέρεις σταυρουδάκι στο λαιμό.
Μόνο έλα να φύγουμε. Κι άσε με εκεί αν θες. Αν με φοβηθείς, πως στα αδύναμα ακόμα μπράτσα σου βάρος γίνομαι, άσε με εκεί, σ' εκείνον που ξέρεις, ήσυχη πώς θα με προσέξει.
Μόνο να φύγουμε αύριο κι ας σε απογοητεύω σκεπτόμενη πως πάλι κρύβομαι αντί να αντιμετωπίζω, που λίγη απ' την δύναμή σου δεν ρουφάω απ' την πηγή σου.

Έλα να φύγουμε αύριο και να ξεχαστούμε εκεί. Κάπου εκεί.

Γιατί τι θα κάνω αν αγαπήσω τον εαυτό μου; Τι θα κάνω; Πώς θα ζήσω αν τον προσέξω έστω λίγο;

Έλα να φύγουμε αύριο. Στο ζητάω.



Αυτό έπαιζε χτες όταν αποφάσισες να με φιλήσεις και η τυραννική αιωνιότητα της αναμονής είχε τελειώσει. Η προσμονή του ερχομού σου μέσα μου.

Δεν ήταν αυτή η εκτέλεση, αλλά αυτή η εκτέλεση είναι το τραγούδι της μέρας.

Σ' ευχαριστώ

Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2010

Θυμάσαι;

Θυμάσαι που σου έλεγα πόσο την αγαπώ; Που σου έλεγα πόσο μέσα στη φωνή της ακούω τον εαυτό μου;
Θυμάσαι που σου τραγουδούσα τα λόγια της και μου μιλούσες και με έχανες στο άκουσμά της;
Θυμάσαι αλήθεια που σου ανέλυα το στίχο της κι έπειτα σου ανέλυα τον ψυχισμό της κι ύστερα σε κοίταγα και σου έλεγα κοίτα πόσο της μοιάζω;

Θυμάσαι που σου έλεγα πόσο ταυτίζομαι;

Θυμάσαι που την κατηγορούσες που τα λέει όλα; Θυμάσαι που δεν έπαιρνα θέση;
Θυμάσαι; Το όνομά της το θυμάσαι;

Θυμάσαι που αρρώστησε και μαράζωσα κι έκλαιγα; Θυμάσαι - αυτό σίγουρα το θυμάσαι- που σου είπα ότι αυτή θα 'ναι κι εμένα η αρρώστια μου; Το θυμάσαι γιατί αυτό το ξέρουμε από πριν κι εκείνη όταν το βίωσε ήταν ένα ακόμη σημάδι ταύτισης.
Θυμάσαι που σου έλεγα είπε εκείνο; Κι έπειτα τ' άλλο κι έκανε αυτό και κείνο;

Θυμάσαι πόσο πέταξα απ' τη χαρά μου όταν έγινε καλά και σου είπα θέλω να την δω. Να προλάβω να την δω.
Θυμάσαι που ήταν η μόνη πράξη μου;
Θυμάσαι που σε παρακαλούσα να με πας κι έπειτα όταν βρέθηκε άλλος ανακουφίστηκες;

Θυμάσαι που είδαμε το βιβλίο της τυχαία στην Αθήνα και το λαχτάρησα όσο τίποτα όμως δεν ήθελα να ξοδέψω περισσότερα; Κι εσύ επέμενες πάρ' το, μην το στερείσαι. Κι εγώ σου έλεγα άλλη φορά όταν θα έχω. Θυμάσαι; Δεν θυμάσαι δεν στο είπα. Όταν ξαναγύρισα, το βιβλίο δεν ήταν εκεί.

Θυμάσαι που κατενθουσιασμένη σε πήρα τηλέφωνο με την χαρά ακόμη νωπή να σου πω ότι έρχεται κι ότι θέλω να πάω; Άσε με να πάω. Να πας μου είπες.

Ε... προχτές εκείνη μιλούσε... κι άλλαζε ζωές, μονοπάτια κι οπτικές κι έπειτα είπε - την άκουσα στο λέω αλήθεια - evolve...

Να το θυμάσαι, ταυτίστηκα ξανά.

Κι επίσης, πάλι προχτές, την κατηγόρησαν ότι 10 χρόνια της ζωής ήταν ένα ψέμα... και ταυτίστηκα ξανά. Μετά από τόσα χρόνια ταυτίζομαι ασταμάτητα...



Τραγούδι ημέρας.

Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

Δεν μπορώ να νιώθω μόνη...

Πού έχω βάλει εκείνη τη μοναξιά, που φοράω όταν θέλω να ασχοληθώ με τον εαυτό μου;
Έχω φάει τον κόσμο όλη μέρα να τη βρω. Βρήκα τη μοναξιά του πόνου, της αγάπης, των άλλων, του φόβου, της κούρασης, της αλλαγής, της ντροπής, τη ναρκισσιστική και τόσες άλλες.
Αυτή τη συγκεκριμένη δεν τη βρίσκω. Και τη χρειάζομαι. Θέλω να τη φορέσω σήμερα και απλώς να νιώθω. Γίνεται; Γίνεται απλώς και μόνο να νιώθω; Να σταματήσει αυτός εαυτός να δρα και να νιώθει;

Πού την έχω βάλει; Στην ντουλάπα μου δεν είναι, έψαξα.

Να νιώσω ό,τι δεν μπορώ να μοιραστώ, ό,τι δεν μπορεί να κατανοηθεί από καθένα χρειάζομαι. Κι αυτό απαιτεί τη μοναξιά μου.
Αυτή τη μοναξιά που ξέρεις ότι μόνο ο εαυτός σου σε καταλαβαίνει. Αυτή την ερημιά σα να σβήστηκε το ανθρώπινο γένος απ' τη γη.

Να νιώσω τον πόνο στο χέρι μου που νόμιζε πως μπορούσε μόνο να σηκώσει έναν ολόκληρο άνθρωπο απλά και μόνο γιατί τον ήθελε.
Να νιώσω στο σώμα μου ίχνη ενός άλλου σώματος.

Μα που την έχω βάλει; Στην ντουλάπα με τα χειμωνιάτικα; Βιάστηκα να τα ανεβάσω.

Να νιώσω τον πόνο της επιθυμίας.
Να νιώσω τον φόβο του ανεξήγητου που έχω γίνει.
Να νιώσω ντροπή που είμαι λίγη ενώ θα πρεπε να ξεχειλίζω.

Κι αγάπη να νιώσω; Ας νιώσω. Κι έρωτα; Ναι. Αλλά αυτά δεν σου χαρίζονται. Έρχονται και τα νιώθεις ό,τι ώρα θέλουν, κάθε ώρα. Σιγά μην εμπνευστούν από τη μοναξιά που εναγωνίως ψάχνω.

Ελπίζω να μην την είχα σε τσάντα. Χτες θυμάμαι ένα πιτσιρίκι έπιασε την τσάντα μου να τη σηκώσει και κατά λάθος την άδειασε. Τι γύμνια μπορεί να βίωσα. Λες να παράπεσε εκεί;

Να νιώσω φόβο που νόμιζα που είχα ξεμπερδέψει με ταραχοποιές αισθήσεις.
Να νιώσω τρόμο γι' αυτά που μαθαίνω.

Να νιώσω πανικό μην τυχόν κι ένιωσα μόνο εγώ.

Πού είσαι καλή μου μοναξιά; Δεν μπορώ να νιώθω μόνη, έλα να μου κάνεις συντροφιά...



Τραγούδι ημέρας ξεμυαλισμένης...

Να αγγίζω το βυθό και να ξοδεύομαι γιατί το θέλω...