Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

Evolve

2010 και φύγαν όλοι.
Επισκέψεις που κράτησαν δεκαετία και σπίτι τους δεν με έκαναν. Επισκέψεις που κράτησαν λίγους μήνες ή δυο χρόνια, ανάλογα την οπτική, και δεν κατάφεραν να δοθούν.
2010 και άδειασα.
Οι επισκέπτες έφυγαν και το σπίτι άδειασε οριστικά. Όλοι σ' ένα χρόνο, όλοι σ' ένα μήνα, όλοι σε μια βδομάδα μέσα.
2010 και φτου ξελευθερία.
Όλα είναι ακατάστατα ακόμη. Δεν έκατσα να συγυρίσω. Να ξεσκονίσω συναισθήματα. Να αδειάσω τα τασάκια των ειπωμένων και να μαζέψω τα ψίχουλα των ανείπωτων. Να μαζέψω τα ίχνη χειλιών που έμειναν στο λαιμό μου. Να τακτοποιήσω τις μουσικές που ακούστηκαν - πόσες μουσικές μέσα σ' μια δεκαετία, πόσα τραγούδια δεν θα ξανακουστούν ποτέ. Το φαγητό που περίσσεψε από ατέλειωτα φαγοπότια ενός του άλλου, δεν το έβαλα σε ταπεράκια μνήμης να το δώσω σε αδέσποτες καρδιές ακόμη.
2010 και ησυχία.
Σιωπή. Νομίζω δεν την έχω βιώσει ποτέ. Μοναξιά βίωνα πάντα, συνέχεια, μόνιμα. Ακόμα και με αυτές επιβλητικές, δυναμικές επισκέψεις, μοναξιά ένιωθα. Μα τώρα σιωπή, ησυχία.
2010 και φέτος δεν θα σου στείλω μήνυμα στην αλλαγή του χρόνου πως θα σ' αγαπώ κάθε χρόνο. Όχι πως δεν θα σ' αγαπώ. Θα σ' αγαπώ ίσως ισόβια πια. Μα δεν κατάφερα, δεν τα κατάφερα να περισσέψω και χτύπησες την πόρτα φεύγοντας.
2010 και θα σε κρατήσω.
Όλους θα τους κρατήσω. Αλίμονο τόσα βράδια κοιμήθηκαν εδώ. Τόσα πρωινά ξύπνησα και χτυπούσαν τα ντουλάπια για να βρουν φλιτζάνι κι εγώ έκλαιγα σιωπηλά, που τόσα πρωινά κι ακόμα δεν έμαθαν σε ποιο ντουλάπι είναι. Τόσα μεσημέρια περίμενα μ' ένα λουλούδι στο χέρι και μου χρεώθηκε ένας γλυκανάλατος ρομαντισμός. Τόσα απογεύματα και πιο ευτυχισμένη θα ένιωθα τελικά αν το λουλούδι το έτρωγε η γάτα.
2010 και μέσα σε μια δεκαετία μόνο ένα όνειρο πραγματοποιήθηκε. Και τόσο που παραπονέθηκα γι' αυτό το ένα, ενώ τόσα περίμεναν στη σειρά, με την πραγματοποίηση του στοίχειωσε και με κυνήγησε, φοβήθηκα, κρύφτηκα, με προσπέρασε κι έφυγε.
 2010 κι αλλάζω άλλη μια φορά.
Βγάζω τα καλά ρούχα που προσπαθούσα να φορώ τόσο καιρό και τώρα που άδειασαν όλοι χώροι θα κυκλοφορήσω με άνετα ρούχα. Ίσως και γυμνή. Ναι, ίσως και γυμνή. Αν δεν ντραπώ το βλέμμα μου όπως το βλέμμα τους, ίσως ομορφύνω. Ίσως, αν πάλι όχι, τουλάχιστον θα νιώθω πιο άνετα.
2010 και πώς έγιναν όλα τόσο καρμικά;
Στους δρόμους, στις ταμπέλες, στα τραγούδια, στους ανθρώπους ακόμα ακούω τ' όνομά σου. Ακόμα τ' όνομά σου με ακολουθεί. Κι έφυγες και δεν πρόλαβα να ρωτήσω το σύμπαν τι θέλει να μου πει. Δεν σου είπα ποτέ, τότε που κόντεψα να τρακάρω εσένα νόμιζα πως είδα στο δρόμο, αλλά σίγουρα θα το κατάλαβες. Κι όταν ξεκίνησα το αμάξι ξανά, το όνομά σου ακούστηκε σε τραγούδι - "...στην αγκαλιά μου έλα να κοιμηθείς..." - αλλά μάλλον κι αυτό θα το ξέρεις μια και δεν ήρθες. Κατάλαβα πολύ μετά τι σήμαιναν αυτοί οι 100 εαυτοί που έλεγες πως έχεις και τόσο μου είχε κάνει εντύπωση. Ένας εαυτός για τον καθένα. Για κάθε κατάκτηση. Αλήθεια ο πραγματικός σου εαυτός ποιος ήταν; Ποτέ δεν έμαθα.
2010 και λέω ν' αλλάξω και λίγο τη διακόσμηση.
Τώρα που είναι όλα μες τη μέση, ακατάστατα, βρώμικα, αταξινόμητα, με αποτυπώματα χειλιών και χεριών ξένων παντού. Τώρα λέω πως είναι ευκαιρία ν' αλλάξω λίγο τη θέση στα έπιπλα, τα σεντόνια, τα χρώματα, τις συνήθειες. Έτσι, σαν αλλαγή για αλλαγή.
2010 κι αν καταφέρω να φταίω για ό,τι μου αναλογεί μονάχα, ίσως πάψουν οι εφιάλτες.
2010 κι αν σηκώσω τον πόνο που προκάλεσα, όπως τον πόνο που μου προκλήθηκε, ίσως καταφέρω να ξανασηκωθώ απ' το κρεβάτι το πρωί.
2010 κι αν δεν με πειράζει που δεν θα συγχωρεθώ, ίσως ανοίξω ξανά τα παντζούρια να μπει φως.
Φύγαν όλοι πια κι ευτυχώς με πρόλαβα στην πόρτα. Με έβαλα σε μια καρέκλα και μου θύμισα πως εμείς εδώ μένουμε. Εδώ είναι το σπίτι μας. Ναι, αυτό είναι το σπίτι μας, αυτό εδώ όπως είναι, και κανένα απ' αυτά που έφυγαν.
Κι έφυγαν όλοι. Άλλοι πιο γεμάτοι κι άλλοι όχι. Άλλοι πέρασαν καλά κι άλλοι καλύτερα. Άλλοι κρατούν μόνο τις κακές αναμνήσεις κι άλλοι τίποτα. Άλλοι βάρεσαν την πόρτα φεύγοντας, άλλοι ούτε καν την έκλεισαν. Όλοι έφυγαν θυμωμένοι, γιατί νόμιζαν πως θα πιάσει κι αυτή την τελευταία στιγμή. Άλλοι έφυγαν παραπονεμένοι όπως ήρθαν κι άλλοι άγνωστοι όπως ήρθαν. Άλλοι "τα πήραν όλα κι έφυγαν" κι άλλοι "τίποτα δεν έδωσαν γιατί ποτέ δεν είχαν". Άλλοι θα ξεχάσουν κι όλα στο ίδιο καζάνι θα τα βράσουν κι άλλοι θα μετανιώσουν και στο σταυρό τους θα μείνουν καρφωμένοι να μοιράζουν συγχωροχάρτια. Άλλοι απογοητεύτηκαν κι άλλοι προδόθηκαν. Άλλοι χάρηκαν κι άλλοι άλλαξαν. Όλοι απείλησαν, γιατί νόμιζαν πως θα πιάσει κι αυτή την τελευταία στιγμή. Όλοι έγιναν αποδεκτοί γι' αυτό που είναι. Όλοι άφησαν μια έννοια πίσω τους. Όλοι τους ισχυρίστηκαν πως βίωσαν την μεγαλύτερη προδοσία και πόνο και πως έχασαν τον άπλετο χρόνο. Όλοι τους ξέχασαν πόσες φορές τα διπλανά σπίτια μας έκαναν παρατηρήσεις για ηχηρά γέλια χαράς. Κάποιοι άργησαν να φύγουν κι άλλοι καλύτερα να μην είχαν έρθει.
2010 κι ακόμα η φωτογραφία σου είναι στο πορτοφόλι μου.
2010 κι αν βρω τη δύναμη δεν θα σου το συγχωρήσω.
 2010 και το δώρο που μου έκανε μια ψυχή λίγο πριν φύγει αυτή η δεκαετία, αυτός ο χρόνος, ήταν αυτό:


2010 και κάπου μέσα σ' όλα αυτά έφυγα κι εγώ.  
"Έφυγα σα βοριάς."


"Γιορτάζω για ν’ αλλάξουμε οριστικά
Χρόνια πολλά
Χωρίς να προσποιούμαι τίποτα πια..."

Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

"how can I think of tomorrow with my sorrow in hand"

Όταν εισήγαγε αυτό το τραγούδι σε ζωντανή εμφάνιση στις 11 Οκτωβρίου του 1988, είπε τα εξής:

"So this one… This one is a love song. This is a love song about when love gets all bad, gets all rotten, and love goes away. But you know what I mean. Some of us we get over real quick, you know, next day we are alright, next week we are alright, next year maybe we are ok. But some people, they turn that stuff, and the only thing that they know and the only thing they feel, it turns into a precious pain." 

Δεν θα ντραπώ να "κλέψω" τα λόγια της γι' άλλη μια φορά.

Δεν θα ντραπώ γενικά. 

 

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο τραγούδι που έχει γράψει. Αυτή είναι η πιο πρόσφατη εκτέλεσή του κι ίσως η πιο σημαντική. Αυτή είναι η πιο καθοριστική μέρα που έχω διανύσει ως τώρα. Αυτό είναι το τραγούδι της. Κι αυτό είναι το τραγούδι μου. Ήταν πάντα δηλαδή.

Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010

Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΤΙΚΟΥ

Ω βλέμμα


λάθος κόσμο μου γνώρισες.
Δεν ήταν αυτός.


Ω αντίληψη
εάν ο κόσμος που μου γνώρισες εσύ
είναι ο σωστός


δεν ήταν αυτός.


Το λάθος αίσθημά μου
κι ο κόσμος του όλος


είν' ο σωστός μου κόσμος.

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ
Τα Εύρετρα, 2010

Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

Το ένιωθες αλλά δεν το εννοούσες

Μπορεί να το ένιωθες αλλά να μην το εννοούσες.

Ομώς εγώ το ένιωθα και το εννοούσα... έπρεπε να το σεβαστείς.
Πρέπει να το σεβαστείς.
Ίσως να πρέπει και να με σεβαστείς... ίσως να πρέπει κι εσένα.

Κυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010

I really don't want to know...

Το ζώδιό μου σήμερα λέει:

"Κάθε Υδροχόος θέλει να αισθάνεται σαν αεροπλάνο. Να έχει την ικανότητα να πετάει από τον ένα κοινωνικό κύκλο στον άλλο, ν' αλλάζει προορισμούς απροειδοποίητα, να αναμιγνύει ανθρώπους και γνώσεις, ν' ανακαλύπτει. Και όλο και συχνότερα τελευταία ένιωθες σαν ένα αεροπλάνο δεμένο μ' ατσάλινα σχοινιά στο έδαφος, κάνοντας κύκλους γύρω από τον εαυτό σου. Τι λες; Με τη νέα σελήνη να κόψουμε μερικά σχοινιά με το παρελθόν; Αγάπη σημαίνει ισότητα. Όποιος/α δεν σου συμπεριφέρεται σαν ίσο/η, δρόμο!"

Τυχαίο; Δε νομίζω.
Άσκοπο; Το νομίζω.



Δεν γνωρίζω τίποτα. Σταδιακά φτάνω στο επιθυμητό, ποθητό, διεγερτικό στάδιο της άγνοιας. Δεν υπάρχουν απαντήσεις μέσα μου, δεν χρειάζεται να έχω μου είπαν. Ανακουφίστηκα κι έπαψα να ψάχνω. Δεν έχω πια δύναμη λόγου να κερδίσω μάχες.
Δεν έχω επιθυμία δυνατή να γυρίσει ανθρώπους.
Δεν ξέρω πώς έφτασα εδώ.
Δεν ξέρω τι έχει μετά. Δεν ξέρω γιατί.
Αν με ρωτήσεις δεν ξέρω θα σου πω.

Το ξέρω που σε θέλω ακόμα και ξέρω που αυτό είναι λάθος.
Και ξέρω που εσύ μοιάζεις το μόνο φως.
Και ξέρω πως ίσως δεν αξίζει και ξέρω πώς αυτό είναι τρομακτικό.

Μα δεν ξέρω πότε θα σταματήσει αυτό.
Και δεν ξέρω γιατί το νιώθω. Και δεν ξέρω ποιο πράγματι είναι το λάθος μου.
Και δεν ξέρω τι λέει αυτό για μένα.
Δεν ξέρω τι μου προσφέρεις. Κι αυτό είναι ανακουφιστικό. Που δεν χρειάζεται να ξέρω τι μου προσφέρεις.
Και δεν ξέρω πόσο θα πάρει. Δεν ξέρω πώς θα με κάνει.
Δεν ξέρω γιατί εσύ κι όχι άλλος. Δεν ξέρω γιατί πάλι και πάλι.

Και δεν ξέρω μέχρι που φτάνω και δεν με νοιάζει.

Ξέρεις; Μερικές φορές δεν με νοιάζεις ούτε κι εσύ... κι αυτό είναι παρηγορητικό.

Και δεν ξέρω τι αξίζει τον κόπο κι ούτε θέλω να μάθω.